Με αφορμή την επιστολή των αθλητών προς τους φορείς της Πολιτείας και του ελληνικού βόλεϊ, επανέρχεται στο προσκήνιο ένα ζήτημα που εδώ και χρόνια συζητείται χαμηλόφωνα αλλά επηρεάζει άμεσα το μέλλον του ανδρικού βόλεϊ στη χώρα μας.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια σταδιακή αύξηση του αριθμού των αλλοδαπών αθλητών στη Volley League Ανδρών.
Το θέαμα, αναμφίβολα, έχει ανέβει. Ο φίλαθλος βλέπει αγώνες υψηλού επιπέδου, ένταση, ποιότητα και ευρωπαϊκό αέρα. Όμως κάπου εδώ γεννάται ένα κρίσιμο ερώτημα: πότε η ενίσχυση μετατρέπεται σε ασφυξία;
Γιατί όσο αυξάνονται οι ξένοι, τόσο μειώνονται οι θέσεις των Ελλήνων αθλητών στο βασικό σχήμα των ομάδων. Και αυτό δεν είναι απλώς ένα αγωνιστικό ζήτημα· είναι βαθιά δομικό. Οι γονείς βλέπουν πλέον ξεκάθαρα ότι, αν γράψουν τα παιδιά τους στο βόλεϊ, η προοπτική να τα δουν να αγωνίζονται στη μεγάλη κατηγορία είναι εξαιρετικά περιορισμένη – εκτός αν μιλάμε για σπάνια ταλέντα που θα συνδυάσουν ικανότητα, συγκυρίες και τύχη.
Το αποτέλεσμα είναι ήδη ορατό. Το ανδρικό βόλεϊ στη βάση του μαραζώνει. Ο αριθμός των αγοριών που επιλέγουν το άθλημα έχει μειωθεί αισθητά, με τη στροφή προς το μπάσκετ και το ποδόσφαιρο να είναι πλέον μαζική. Οι ακαδημίες αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα παραγωγής αθλητών με τον ρυθμό που υπήρχε παλαιότερα. Παράλληλα, στις χαμηλότερες κατηγορίες παρατηρείται ομαδική αποχώρηση παικτών, καθώς το κίνητρο χάνεται πολύ νωρίς.
Αυτή η αλυσίδα δεν σταματά εκεί. Λιγότεροι Έλληνες αθλητές σημαίνει λιγότερος χρόνος συμμετοχής, λιγότερες ευκαιρίες εξέλιξης και αναγκαστική φυγή στο εξωτερικό για όσους μπορούν. Όσοι μένουν, όταν έρχεται η ώρα της Εθνική Ομάδα, δεν έχουν ούτε αγωνιστικό ρυθμό ούτε την απαιτούμενη φυσική κατάσταση για να ανταποκριθούν σε υψηλό επίπεδο. Και αυτό δεν είναι θεωρία· είναι επαναλαμβανόμενο φαινόμενο.
Την ίδια στιγμή, οι ομάδες της πρώτης κατηγορίας μπαίνουν σε έναν ανταγωνισμό για το ποια θα αποκτήσει τους καλύτερους ξένους. Βραχυπρόθεσμα ίσως κερδίζουν. Μακροπρόθεσμα, όμως, το επίπεδο των Ελλήνων αθλητών υποβαθμίζεται και μαζί του υπονομεύεται το ίδιο το προϊόν του ελληνικού πρωταθλήματος. Γιατί κανένα άθλημα δεν μπορεί να σταθεί χωρίς γερή εγχώρια βάση.
Το ελληνικό βόλεϊ δεν χρειάζεται άλλους ξένους για να αποδείξει ότι έχει ποιότητα. Την έχει ήδη. Αυτό που χρειάζεται είναι φρένο πριν η ζημιά γίνει μη αναστρέψιμη. Αν συνεχιστεί αυτή η πορεία, το τίμημα δεν θα το πληρώσουν μόνο οι αθλητές, αλλά ολόκληρο το άθλημα – και τότε θα είναι αργά για διαπιστώσεις.
Το καμπανάκι έχει ήδη χτυπήσει. Το ερώτημα είναι αν θα το ακούσουμε.
για το Greekvolley, Μαίρη Σαμιώτου

